CLOSE

Ιγμορίτιδα

Η ιγμορίτιδα αποτελεί φλεγμονή του γναθιαίου άντρου (ιγμόρειο), του μεγαλύτερου παραρρίνιου κόλπου που βρίσκεται δεξιά και αριστερά της ρινός, μέσα στο σώμα της άνω γνάθου.

Σε κανονικές συνθήκες τα ιγμόρεια καταλαμβάνονται από αέρα όμως μπορεί να καταληφθούν από υγρό (βλέννα) μετά από κάποια λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, μετά από φλεγμονή των δοντιών της άνω γνάθου, ύστερα από κατάδυση σε μεγάλο βάθος ή σε μολυσμένα νερά.

Οι παρακάτω παράγοντες προδιαθέτουν σε πολλές περιπτώσεις σε συχνότερα επίμονα επεισόδια παραρρινοκολπίτιδας (ιγμορίτιδας) :

 

  • Το στραβό (σκολιωτικό) ρινικό διάφραγμα
  • Οι υπερτροφικές ρινικές κόγχες
  • Οι ρινικοί πολύποδες
  • Οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος:
  • Η ηλικία
  • Το κάπνισμα
  • Οι οδοντικές λοιμώξεις και οι οδοντιατρικές εργασίες σε περιοχές που γειτνιάζουν με τα ιγμόρεια
  • Η αλλεργική ρινίτιδα
  • Οι ανοσοανεπάρκειες
  • Η κυστική ίνωση
  • Τα θαλάσσια σπορ-καταδύσεις
  • Τα αεροπορικά ταξίδια

 

Τύποι ιγμορίτιδας

 Η οξεία ιγμορίτιδα είναι πιθανό να εμφανιστεί ύστερα από το κοινό κρυολόγημα. Στα συμπτώματά της περιλαμβάνει πυώδεις ρινικές εκκρίσεις, “μπούκωμα” στη μύτη, εκκρίσεις προς το λαιμό (οπισθορρινικές εκκρίσεις) και πόνο στη στοματική κοιλότητα και στα δόντια. Επιπρόσθετα, είναι πιθανό να εκδηλωθούν συμπτώματα πυρετού, κόπωσης, βήχα, πόνου στα αυτιά και ενδεχομένως βουητό και βαρηκοΐα.

 Υποτροπιάζουσα οξεία ιγμορίτιδα. Στην περίπτωση αυτή, ο ασθενής παρουσιάζει για τέσσερις ή περισσότερες φορές ετησίως επεισόδια οξείας ιγμορίτιδας. Μετά τη φαρμακευτική αγωγή τα επεισόδια αυτά υποχωρούν πλήρως.

 Πιο επίμονη μορφή ιγμορίτιδας είναι η υποξεία ιγμορίτιδα, που μπορεί να διαρκέσει από 4 έως και 12 εβδομάδες, δυσχεραίνοντας την καθημερινότητα του ασθενή, εξαιτίας των επίμονων συμπτωμάτων.

 Τέλος, η χρόνια ιγμορίτιδα γίνεται αντιληπτή από τη μεγάλη διάρκεια των συμπτωμάτων που είναι πιθανό να ξεπεράσουν τις 12 εβδομάδες. Τα συμπτώματα που χαρακτηρίζουν αυτή τη μορφή ιγμορίτιδας, είναι οι βλεννοπυώδεις εκκρίσεις στο πίσω κυρίως μέρος της μύτης (οπισθορρινικές). Είναι συχνότερη σε άτομα με μεγάλου βαθμού σκολίωση του ρινικού διαφράγματος, μεγάλου βαθμού υπερτροφία των ρινικών κογχών ή και σε περιστατικά ρινικής πολυποδίασης καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δυσκολότερο να “καθαρίσουν” οι παραρρίνιοι κόλποι ακόμη και υπό φαρμακευτική αγωγή λόγω των εξαιρετικά στενωμένων ρινικών θαλαμών.

 

Σημείωση: Άλλοι παράγοντες που προδιαθέτουν σε εμφάνιση παραρρινοκολπίτιδας (ιγμορίτιδας) είναι: η αλλεργική ρινίτιδα, η παρουσία ρινικών πολυπόδων στις ρινικές θαλάμες, η σημαντικού βαθμού σκολίωση του ρινικού διαφράγματος σε συνδυασμό με υπερτροφία των κάτω ρινικών κογχών, συστηματικά νοσήματα ( κυστική ίνωση, σαρκοείδωση, ανοσοκαταστολή κλπ).

 

  Συμπτωματολογία

 

Ο ασθενής με ιγμορίτιδα παρουσιάζει ρινική συμφόρηση, ρινική καταρροή, έκκριση βλέννης οπισθορινικά (στο πίσω μέρος της μύτης και στο λαιμό), έντονη πίεση ή και πόνο στο πρόσωπο (ειδικά όταν σκύψει μπροστά ή κάνει κάποια απότομη κίνηση με το κεφάλι).

Δύναται να παρουσιάσει δεκατική πυρετική κίνηση ή πυρετό, κόπωση, βήχα, πόνο στα δόντια ή και κακοσμία στόματος.

Επιπλοκές

Οι πιθανές επιπλοκές της ιγμορίτιδας σε περιπτώσεις ασθενών που καθυστερούν να ζητήσουν ιατρική βοήθεια και να λάβουν αγωγή περιλαμβάνουν:

 

  • υποπεριοστικό απόστημα του οφθαλμικού κόγχου
  • οστεομυελίτιδα
  • θρόμβωση σηραγγώδους κόλπου
  • ενδοκρανιακό απόστημα
  • μηνιγγίτιδα
  • εγκεφαλίτιδα

Παράγοντες που εμποδίζουν την εκδήλωση ιγμορίτιδας είναι:

  • Η διακοπή του καπνίσματος.
  • Η σωστή υγιεινή του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (καθαρισμός της ρινός με ρινικές πλύσεις όταν απαιτείται).
  • Η έγκαιρη επίσκεψη σε εξειδικευμένο ΩΡΛ σε περίπτωση εμφάνισης ξαφνικών και επίμονων συμπτωμάτων.
  • Η διατήρηση της φυσιολογικής υγρασίας στη ρινική κοιλότητα, μέσω καλής ποιότητας κλιματισμού του χώρου και αποφυγής απότομων αλλαγών στη θερμοκρασία.

 

Σημείωση: Σε περιπτώσεις που η συντηρητική θεραπεία δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα, τα συμπτώματα επιδεινώνονται και η εμφάνιση επιπλοκών αποτελεί πια γεγονός, συνίσταται ο χειρουργικός καθαρισμός των παραρρινίων κόλπων ταυτόχρονα με τη διόρθωση παραγόντων που πιθανά να συνυπάρχουν και να προδιαθέτουν σε τέτοιου είδους λοιμώξεις .