Διαταραχές στην όσφρηση – ανοσμία
Η όσφρηση καθορίζει τη γεύση των τροφίμων και των ποτών. Μαζί με το τρίδυμο, χρησιμεύει ως σύστημα παρακολούθησης των εισπνεόμενων χημικών ουσιών. Επίσης, στην ανίχνευση και των επικίνδυνων ουσιών, όπως το φυσικό αέριο και ο καπνός, και των οσμών που είναι κοινές στην καθημερινή ζωή. Οι διαταραχές στην όσφρηση (ή η πλήρης ανοσμία) επηρεάζουν το 1% των ατόμων ηλικίας κάτω των 60 ετών και περισσότερο από το 50% του πληθυσμού πέρα από αυτήν την ηλικία.
Όσφρηση και είδη διαταραχών
- ανοσμία ( απουσία αίσθησης οσμής)
- υποσμία ( μειωμένη οσφρητική ικανότητα)
- δυσοσμία ( παραμορφωμένη αίσθηση όσφρησης)
- φαντοσμία (ψευδαίσθηση όσφρησης)
- αγνοσία (ανικανότητα να ταξινομεί, να αντιπαραβάλλει ή να προσδιορίζει τις αισθήσεις οσμής προφορικά, αν και η ικανότητα διακρίσεως μεταξύ οσμών μπορεί να είναι φυσιολογική).
Σημείωση: Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν δυσλειτουργία στην όσφρηση που οφείλεται σε μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες αιτίες: απόφραξη ρινικής κοιλότητας ή ρινοκολπίτιδα, λοίμωξη στο ανώτερο αναπνευστικό, τραύμα κρανίου και συγγενείς αιτίες. Η γήρανση, η έκθεση σε τοξίνες και ιδιοπαθείς αιτίες μπορεί να ευθύνονται για την ανοσμία.
Ρινικά αίτια
Η ρινική απόφραξη προκαλούμενη από οξεία διόγκωση του ρινικού βλεννογόνου, όγκους, ρινικούς πολύποδες ή οστικές παραμορφώσεις είναι ο συχνότερος παράγοντας που προκαλεί ανοσμία ή υποσμία. Επιπλέον, συχνά οι ασθενείς αναφέρουν απώλεια στην όσφρηση κατά τη διάρκεια μιας λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού, λόγω οιδήματος του βλεννογόνου.
Ιογενείς λοιμώξεις
Οι ιογενείς λοιμώξεις καταστρέφουν το οσφρητικό νευροεπιθήλιο. Ο ιός Parainfluenza τύπου 3 φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιζήμιος για την όσφρηση. Η μόλυνση από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) συνδέεται με μια υποκειμενική αλλοίωση της γεύσης και της οσμής που μπορεί να γίνει πιο σοβαρή, όσο εξελίσσεται η ασθένεια.
Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις
Περίπου στο 5-10% των ασθενών με τραύμα κεφαλής αναφέρεται απώλεια όσφρησης. Ο βαθμός της οσφρητικής απώλειας σχετίζεται με δύο πράγματα: τη σοβαρότητα του τραύματος και τη θέση του κρανιακού τραύματος. Η ανοσμία είναι συχνότερη από την υποσμία. Η οσφρητική δυσλειτουργία είναι πιο συχνή όταν συνδέεται με απώλεια της συνείδησης και πιο σοβαρή σε τραύματα στο κεφάλι (βαθμού ΙΙ-V) και κατάγματα κρανίου. Ανοσμία, επίσης, μπορεί να υπάρξει μετά τραύμα στην ινιακή κοιλότητα. Η θεραπεία με θειικό ψευδάργυρο μπορεί να βελτιώσει την όσφρηση.
Συγγενή αίτια
Ίσως ο πιο γνωστός τύπος συγγενούς ανοσμίας είναι το σύνδρομο Kallmann, μια διαταραχή που συνδέεται με το X χρωμόσωμα. Το σύνδρομο Kallmann χαρακτηρίζεται από υπογοναδοτροπικό υπογοναδισμό, ο οποίος προκύπτει όταν οι νευρώνες των οσφρητικών υποδοχέων και οι νευρώνες που συνθέτουν και απελευθερώνουν την ορμόνη γοναδοτροπίνη αποτυγχάνουν να μεταναστεύσουν σωστά στο οσφρητικό πλακώδες. Το υπεύθυνο γονίδιο (KAL) έχει κλωνοποιηθεί.
- Γήρας – τρίτη ηλικία
Οι ασθένειες που σχετίζονται με την γήρανση και την άνοια μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια της όσφρησης. Η νόσος του Alzheimer και η ασθένεια Parkinson μπορεί να σχετίζονται με οσφρητική δυσλειτουργία. Σε αυτούς τους ασθενείς, ο πιθανότερος μηχανισμός είναι η βλάβη του οσφρητικού βολβού ή του κεντρικού οσφρητικού φλοιού, με αποτέλεσμα την απώλεια της οσφρητικής ανίχνευσης και της ικανότητας αναγνώρισης της οσμής.
- Τοξίνες
Η οσφρητική απώλεια από τοξίνες μπορεί να συμβεί σε μια περίοδο ημερών ή ετών. Η έκθεση σε φορμαλίνη είναι ένα παράδειγμα τοξικότητας που συσσωρεύεται για μια περίοδο ετών. Οι περισσότεροι παράγοντες που προκαλούν οσφρητική απώλεια είναι είτε αέρια είτε αεροζόλ που εισέρχονται στην μύτη με την εισπνοή. Σε ασθενείς με κατάθλιψη και σχιζοφρένεια η απώλεια όσφρησης μπορεί να είναι μέρος της ασθένειας τους. Ενώ οι ασθενείς με κατάθλιψη έχουν κάποια αλλοιωμένη γευστική ικανότητα.
- Μηνιγγίωμα και ανεύρυσμα.
Το μηνιγγίωμα της κατώτερης περιοχής του μετωπιαίου είναι η συχνότερη αιτία ανοσμίας από νεόπλασμα, σπανίως μπορεί να εμφανιστεί με γλοίωμα του μετωπιαίου λοβού.
Σημείωση: Η γνώση της έναρξης και της ανάπτυξης μιας οσφρητικής διαταραχής μπορεί να είναι υψίστης σημασίας για τη διάγνωση. Μονομερής ανοσμία είναι σπάνιο σύμπτωμα και μπορεί να αναγνωριστεί με δοκιμή όσφρησης ξεχωριστά σε κάθε ρινική κοιλότητα. Η αμφίπλευρη ανοσμία, από την άλλη πλευρά, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
Διαφορική διάγνωση
Προς το παρόν, δεν υπάρχουν μέθοδοι για τη διαφοροποίηση της αισθητηριακής από την νευρική απώλεια όσφρησης. Ευτυχώς, το ιστορικό της απώλειας της όσφρησης παρέχει σημαντικές ενδείξεις για την αιτία της απώλειας. Οι κύριες αιτίες της οσφρητικής δυσλειτουργίας είναι το τραύμα κεφαλής και οι ιογενείς λοιμώξεις. Το τραύμα κεφαλής είναι η πιο συχνή αιτία ανοσμίας στα παιδιά και τους ενήλικες, ενώ οι ιογενείς λοιμώξεις είναι συνηθέστερες αιτίες ανοσμίας στους ηλικιωμένους.
Θεραπεία ανοσμίας
Συχνά αυτοθεραπεύεται, μετά από το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να ιαθεί ο οργανισμός από τη λοίμωξη που την προκάλεσε. Ρινοπλύσεις και ρινικά στεροειδή βοηθούν σίγουρα στη συντόμευση αυτού του χρονικού διαστήματος. Κορτικοστεροειδή χορηγούνται και στις περιπτώσεις κακώσεων ή ιδιοπαθών περιπτώσεων. Αύξηση των ερεθισμάτων δηλαδή των οσμηρών ουσιών που ερεθίζουν το οσφρητικό νεύρο επίσης είναι ωφέλιμα.