Η αλλεργική ρινίτιδα αποτελεί μία από τις συνηθέστερες διαταραχές του ρινικού βλεννογόνου και φαίνεται πως ταλαιπωρεί το 23% του πληθυσμού της Ευρώπης!! Η πάθηση τελικά διαγιγνώσκεται περίπου στους μισούς ασθενείς που αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας, ενώ οι 3 στους 4 ασθενείς δε λαμβάνουν την ενδεδειγμένη θεραπεία. Αποτελεί τη συχνότερη μορφή αλλεργικής αντίδρασης, η οποία μπορεί να είναι εποχική ή ολοετής, δηλαδή να παρουσιάζεται συγκεκριμένες εποχές του έτους ή να εμφανίζεται καθ’ όλη τη διάρκειά του αντίστοιχα. Η εποχική αλλεργική ρινίτιδα εμφανίζεται κυρίως την άνοιξη, εξαιτίας της αερομεταφερόμενης γύρης και λιγότερο- αλλά αρκετά συχνά- το φθινόπωρο. Η ολοετής αλλεργική ρινίτιδα οφείλεται σε παράγοντες που υφίστανται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, όπως είναι τα ακάρεα, η σκόνη, το τρίχωμα των κατοικίδιων ζώων.
Η αλλεργική ρινίτιδα εκδηλώνεται με μια σειρά χαρακτηριστικών, ενοχλητικών συμπτωμάτων, τα οποία μπορούν να εμφανιστούν σταδιακά και μεμονωμένα, ή αιφνίδια και συνδυαστικά μεταξύ τους:
Η αλλεργική ρινίτιδα είναι αποτέλεσμα της “υπερβολικής” ανοσολογικής αντίδρασης (υπερευαισθησία) του ρινικού βλεννογόνου σε κάποιο παράγοντα-“αλλεργιογόνο”.
Ο μηχανισμός της αλλεργικής αντίδρασης ενεργοποιείται όταν κάποιος, αβλαβής κατά τα άλλα,παράγοντας αναγνωρίζεται λανθασμένα από το ανοσοποιητικό σύστημα ως παθογόνος, με αποτέλεσμα να παράγονται ειδικά αντισώματα εναντίον του (IgE αντισώματα). Κάθε φορά που ο ίδιος παράγοντας εισέρχεται στον οργανισμό, αναγνωρίζεται από τα συγκεκριμένα αντισώματα, με αποτέλεσμα να πυροδοτείται μια φλεγμονώδης αντίδραση που οδηγεί στην εκδήλωση των συμπτωμάτων της αλλεργίας.
Οι κατά τα άλλα αβλαβείς παράγοντες που προξενούν τη “λανθασμένη” ανοσολογική απόκριση του οργανισμού ονομάζονται αλλεργιογόνα:
Η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας γίνεται από Ειδικό Ωτορινολαρυγγολόγο και ξεκινά με τη λήψη και τη μελέτη λεπτομερούς ιστορικού από τον ασθενή. Μια λεπτομερής καταγραφή των περιβαλλοντικών συνθηκών (σπίτι, εργασία) θα βοηθήσει στον πιθανό εντοπισμό συγκεκριμένων αλλεργιογόνων που προκαλούν την ανοσολογική απόκριση.
Ακολουθεί η κλινική ΩΡΛ εξέταση, κατά την οποία πραγματοποιείται αρχικά επισκόπηση του προσώπου, πρόσθια ρινοσκόπηση και ενδοσκόπηση της μύτης (εξέταση των ρινικών κοιλοτήτων, των ρινικών κογχών, των στομίων των παραρρινίων κόλπων προς τις ρινικές θαλάμες, του ρινοφάρυγγα), έλεγχος φάρυγγα-λάρυγγα – αυτιών . Στις περιπτώσεις όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, πραγματοποιούνται ειδικά tests ( skin prick tests) καθώς και αιματολογικός έλεγχος( IgE αντισώματα, RAST-test) με σκοπό τον εντοπισμό συγκεκριμένων αλλεργιογόνων. Σε ιστορικό γενικευμένης αλλεργικής συμπτωματολογίας ζητείται και έλεγχος -εκτίμηση από αλλεργιολόγο.
Σημείωση: Η χειρουργική προσέγγιση αντιμετωπίζει τα συνυπάρχοντα ανατομικά προβλήματα ή τα προβλήματα που προέκυψαν λόγω της αλλεργικής ρινίτιδας(π.χ. πολύποδες) και πως δε δύναται να επηρεάσει τον μηχανισμό αντίδρασης του ρινικού βλεννογόνου σε αλλεργιογόνα. Το χειρουργείο στοχεύει στην άρση των παραγόντων που δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την καθημερινότητα των ασθενών. Με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή που δίδεται για την αλλεργική ρινίτιδα στις χρονικές περιόδους που αυτή εμφανίζεται, οι ασθενείς έχουν σαφώς καλύτερη ποιότητα αναπνοής.