CLOSE

Υπερτροφία ρινικών κογχών

Οι ρινικές κόγχες είναι φυσιολογικά εξογκώματα στο πλάγιο τοίχωμα της μύτης και έχουν ως ρόλο να ρυθμίζουν τη θερμοκρασία και την υγρασία του εισπνεόμενου αέρα, αλλά και να τον φιλτράρουν πριν από την είσοδό του στους πνεύμονες.

Είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις εναλλαγές των περιβαλλοντικών συνθηκών (κρύο, ζέστη, υγρασία), αλλά και σε εξωτερικούς παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν στην υπερτροφία τους.

Η υπερτροφία ρινικών κογχών εστιάζεται στις κάτω κόγχες και μειώνει τη χωρητικότητα των ρινικών θαλάμων, με συνέπεια τη δυσχέρεια στη διέλευση του αέρα. Σε ασθενή  με κοινό κρυολόγημα, το μπούκωμα στην μύτη οφείλεται κυρίως στην αυξημένη αιμάτωση των κάτω ρινικών κογχών, με συνέπεια τη μεγέθυνση αυτών και τη δυσχέρεια ρινικής αναπνοής.  Υπάρχουν ασθενείς κυρίως με αλλεργική ή μη ρινίτιδα, των οποίων οι κόγχες υπερτρέφονται σε μόνιμη βάση και εμποδίζουν την ελεύθερη αναπνοή.

 

  Συμπτωματολογία

 

Η υπερτροφία ρινικών κογχών είναι παρόμοια με αυτή ενός κοινού κρυολογήματος που υπερβαίνει τη συνήθη διάρκειά του. Η ρινική καταρροή, η ρινική συμφόρηση, η δυσκολία στη ρινική αναπνοή, το ροχαλητό και οι άπνοιες κατά τη διάρκεια του ύπνου είναι τα βασικότερα συμπτώματα. Οι υπερτροφικές ρινικές κόγχες μπορεί να προκαλέσουν διαταραχή της όσφρησης, αίσθηση βάρους στο πρόσωπο, πονοκεφάλους και ξηροστομία, η οποία είναι συνέπεια της δυσχέρειας στη ρινική αναπνοή, που οδηγεί τον ασθενή στην από στόματος αναπνοή. Λιγότερο συχνά είναι τα συμπτώματα της ξηρότητας του φάρυγγα και της κόπωσης.

 

  Αίτια

 

Οι ρινίτιδες, οι αλλεργίες, οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, η χρόνια ιγμορίτιδα, αλλά και παράγοντες όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, τα αλλεργιογόνα και ο καπνός αποτελούν τα κυριότερα αίτια για την υπερτροφία των ρινικών κογχών. Τον κίνδυνο αυξάνει επίσης η κατάχρηση των αποσυμφορητικών ρινικών σπρέι, που μπορεί να οδηγήσει σε φαρμακευτική ρινίτιδα.

 

  Αντιμετώπιση:

 

Η υπερτροφία ρινικών κογχών αρχικά αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά, ανάλογα με το βαθμό διόγκωσης και το πόσο επίμονα είναι τα συμπτώματα. Η φαρμακευτική αγωγή συνήθως περιλαμβάνει, κατόπιν των οδηγιών του ωτορινολαρυγγολόγου,  κορτιζονούχα σκευάσματα με τη μορφή σπρέι ή σταγόνων και αντισταμινικά –στην περίπτωση που η διόγκωση οφείλεται σε αλλεργίες-  όπως επίσης και πλύσεις μύτης με φυσιολογικό ορό ή ρινικά διαλύματα.

Όταν η υπερτροφία είναι επίμονη και τα συμπτώματα έντονα, τότε επιλέγεται η χειρουργική οδός.

 

Ενδοσκοπική κογχoπλαστική

Η ενδοσκοπική κογχoπλαστική αποτελεί τον σύγχρονο χειρουργικό τρόπο αντιμετώπισης της υπερτροφίας ρινικών κογχών  (turbino-plasty). Με τη βοήθεια ενδοσκοπικής κάμερας και ενδοσκοπικών εργαλείων ο χειρουργός πραγματοποιεί μια οπή 2mm στην κεφαλή της κόγχης, ώστε να αφαιρέσει τον πλεονάζοντα ιστό και το υπερτροφικό οστό της κόγχης, με αποτέλεσμα αυτή να συρρικνωθεί και να αποκατασταθεί η χωρητικότητα των ρινικών θαλάμων.

 

Αποτελέσματα

  • Συρρικνώνει τις υπερτροφικές κόγχες, αφήνοντας ανέπαφο τον βλεννογόνο, που φιλτράρει τον εισπνεόμενο αέρα και είναι κομβικός για την καλή λειτουργία της μύτης.

 

  • Έχει σταθερό μετεγχειρητικό αποτέλεσμα στο πέρασμα του χρόνου.

 

  • Δεν προκαλεί ατροφική ρινίτιδα, μια συνηθισμένη επιπλοκή της χειρουργικής κογχοτομής.

 

  • Οι παρενέργειες και οι επιπλοκές της είναι ελάχιστες.

 

  • Δεν απαιτεί νοσηλεία.

 

  • Η διενέργειά της διαρκεί μόλις 15-30 λεπτά.

 

  • Κατά τη διάρκειά της μπορεί να διενεργηθούν και άλλες επεμβάσεις, όπως ευθειασμός ρινικού διαφράγματος, ρινοπλαστική, αλλά και ενδοσκοπική χειρουργική για τη χρόνια ιγμορίτιδα με ή χωρίς ρινικούς πολύποδες.

 

Καυτηριασμός με τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων

Ισοδύναμος εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης της υπερτροφίας ρινικών κογχών αποτελεί ο υποβλεννογόνιος καυτηριασμός με χρήση ραδιοσυχνοτήτων με τοπική αναισθησία. Πρόκειται για μια σύγχρονη, αναίμακτη και ανώδυνη μέθοδο, με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αξιοποιεί τις ραδιοσυχνότητες που διαπερνούν σε όλο το μήκος τους τις κάτω ρινικές κόγχες:

 

 

  • Δεν χρειάζεται γενική αναισθησία αλλά τοπική στο ιατρείο.
  • Η διάρκεια της δεν ξεπερνά τη μισή ώρα.
  • Είναι μια αναίμακτη και ανώδυνη μέθοδος.
  • Δεν απαιτεί νοσηλεία.
  • Ο ασθενής επιστρέφει άμεσα στην καθημερινότητά του.
  • Τα αποτελέσματα της στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι μόνιμα.
  • Στις σπάνιες περιπτώσεις υποτροπής η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί ξανά.
  • Η μετεγχειρητική πορεία του δεν απαιτεί έλεγχο για μεγάλο διάστημα.

 

Σημείωση: Και στις δύο επεμβάσεις δεν απαιτείται πωματισμός της μύτης μετεγχειρητικά.